15/4 Ο ΓΥΜΝΟΣΑΛΙΑΓΚΑΣ
Ένας γυμνοσάλιαγκας εμφανίστηκε με τη βροχή.
Σκαρφαλώνει στο τζάμι. Τα σάλια του μια γραμμή. Με κοιτάζει. Θέλω να δω που το πάει.
Πού έχει βάλει σκοπό. Τώρα σταμάτησε. Ακίνητος. Κολλημένος στο τζάμι. Τον αγγίζω
με το δάχτυλό μου. Δεν αντιδρά. Το τζάμι μάς χωρίζει. Σκέφτομαι πως θα ήτανε
χωρίς τζάμι. Θα τον άγγιζα. Πιθανότατα θα ήταν εδώ μέσα. Κάπου στο σπίτι. Στο
πάτωμα, στο τοίχο, στο τραπέζι… Μπορεί
στο κρεβάτι μου. Κάτω απ’ τα σεντόνια. Σπιτωμένος.
Θα τον είχα παρέα. Παρέα ένα γυμνοσάλιαγκα! Πλάκα έχει. Πλάκα? όχι δα… με
προλαβαίνω. Είναι σιχαμένος. Γλοιώδης. Χαμερπής. Κυρίως χαμερπής. Σέρνεται όπου
να ΄ναι. Γύρευε πόσα μικρόβια θα κουβαλάει. Δεύτερη σκέψη δεν έχω. Παίρνω το
σκουπόξυλο. Ανοίγω το τζάμι. Με το σκουπόξυλο προσπαθώ να τον ξεκολλήσω. Αυτός
το βιολί του. Επιμένει. Γαντζωμένος σφιχτά. Γαντζωμένος στη κάθετη λεία
επιφάνεια. Είναι εντυπωσιακό πως οι γυμνοσάλιαγκες γαντζώνονται. Πώς μπορούν? Τα
καταφέρνω. Αφήνεται. Προσγειώνεται στη βεράντα. Ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Τού
κουνάω το δάχτυλο. Δε σε θέλω, τού λέω. Εξακολουθεί να με κοιτάζει. Νομίζω πως
κάτι λέει. Κάτι προσπαθεί να πει. Μιλάει από μέσα του. Μπερδεύει τα λόγια του.
Όχι. Εξακολουθεί αμίλητος. Αυτό έλειπε να μιλούσε. Να είχαν φωνή οι
γυμνοσάλιαγκες. Μπαίνω μέσα και κλείνω το τζάμι. Συνεχίζω να τον παρατηρώ. Μού
φαίνεται πως τώρα κινείται. Σα να κατευθύνεται προς το γκαζόν. Μάλλον για κει
το ΄χε βάλει. Είχε μπερδέψει το δρόμο. Πάει αργά, πολύ αργά. Όπως οι
γυμνοσάλιαγκες. Αν ήταν άνθρωπος θα ήτανε γέρος. Πολύ γέρος. Θα τού τρέχανε τα
σάλια όπως σ΄ εκείνον. Θα μπέρδευε τα λόγια του όπως εκείνος. Θα έχανε το δρόμο
όπως εκείνος. Θα απορούσε με μένα όπως εκείνος. Αλλά μπορεί να τα ΄χε χαμένα… Η
βροχή δε λέει να κοπάσει.
6/4 ΠΕΦΤΕΙ Η ΜΠΑΚΑ ΜΕ ΤΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ?
Ξεκίνησα γυμναστική. Ωραία είναι. Έχω ξανακάνει δηλαδή. Αυτή τη φορά ξεκίνησα καλύτερα. Πάνω τα χέρια κάτω τα χέρια… Προθέρμανση το λένε. Λέξη που τής βρήκαν! Εγώ καμία προθέρμανση δε νιώθω. Βαριέμαι την προθέρμανση. Μού φαίνεται αχρείαστη. Αφού ξέρω τι θα επακολουθήσει. Θέλω να μπω κατευθείαν στο ψητό. Προθερμασμένος τάχατες πέφτω με τα μούτρα στις ασκήσεις. Αυτές τις δύσκολες που μ΄ αρέσουν. Αν δε μ΄ άρεσαν δε θ΄ άρχιζα γυμναστική. Η αλήθεια είναι πως ζορίζομαι. Ζορίζομαι αλλά τις κάνω. Μερικές φορές σκέφτομαι πως τις κάνω ακριβώς γι΄ αυτό. Επειδή ζορίζομαι. Είναι φορές που ζορίζομαι πολύ. Λέω να τα παρατήσω. Μα καπάκι σκέφτομαι πως έτσι είναι η γυμναστική. Την ξεκινάς, σού αρέσει, ζορίζεσαι, θέλεις να τα παρατήσεις, ξέρεις πως πρέπει να συνεχίσεις και συνεχίζεις. Όσο πάει. Για να κάνεις γυμναστική πρέπει να ΄χεις λίγο μαζοχισμό μέσα σου. Καταρχήν πρέπει να την πιστέψεις. Ξέρω φαίνεται κομμάτι δύσκολο. Τουλάχιστον να πείσεις γι΄ αυτό τον εαυτό σου. Έπειτα να την θέλεις. Όχι πως έχει και τόσο σημασία αυτό δηλαδή. Αρκεί να σε θέλει εκείνη. Και το σπουδαιότερο, να περιμένεις. Η γυμναστική θέλει Ιώβεια υπομονή. Γιατί το αποτέλεσμα αργεί. Δεν εννοώ την ευεξία. Αυτή σε πιάνει αμέσως. Η ευεξία είναι άσχετη με τη γυμναστική. Εξάλλου έτσι όπως έρχεται φεύγει. Εννοώ τα υπόλοιπα. Ό,τι περιμένει ο καθένας. Γιατί καθένας από τη γυμναστική περιμένει κάτι διαφορετικό. Εγώ για παράδειγμα περίμενα να ρίξω τη μπάκα μου. Γι΄ αυτό ξεκίνησα γυμναστική. Αυτό περίμενα. Ακόμα το περιμένω. Χτες έμαθα πως ματαιοπονώ. Με τη γυμναστική δεν πέφτει η μπάκα! Απλά σφίγγει και σού κατσικώνεται… Έτσι μού είπαν. Μού ήρθε κεραμίδα! Δε σας κρύβω στεναχωρήθηκα. Όχι για το ανώφελο ζόρισμα. Αυτό είναι το λιγότερο. Είναι πολύ πιο ζόρικο να θέλεις να πιστέψεις σε κάτι και να μη σού βγαίνει.
2/3 ΚΟΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Μού αρέσει να φροντίζω λουλούδια. Τα βάζω στο βάζο. Κάθε μέρα τούς αλλάζω νερό. Προηγουμένως κόβω μ΄ ένα ψαλίδι τα κοτσάνια τους. Ένα με δύο πόντους το καθένα. Κάθε μέρα ένα με δύο πόντους πιο κοντά. Τα φροντίζω μέχρι να μαραθούν. Θα μαραθούν. Τα περιμένω. Σα μαραθούν τα ρίχνω στο σκουπιδοφάγο. Έτσι εξαφανίζονται. Δε μένει τίποτα. Δε με στενοχωρεί που μαραίνονται. Έχω συνηθίσει. Νιώθω τελετάρχης σε τελετή δίχως τέλος. Αν δεν μαραίνονταν δε θα τα φρόντιζα. Θέλω να μαραίνονται ωραία. Τα πλαστικά που δε μαραίνονται τί καταλαβαίνουν? Tα τρώει η σκόνη. Μετά ξεθωριάζουν στον ήλιο και γίνονται απαίσια. Τί να φροντίσεις από δαύτα? Το σπίτι μου πάντα έχει λουλούδια. Πολλά και κάθε φορά διαφορετικά. Τα λουλούδια στολίζουν το σπίτι. Αν δεν είχε λουλούδια δε θα ΄θελα σπίτι. Θα προτιμούσα στο ξενοδοχείο. Απορώ με αυτούς που το σπίτι τους δεν έχει. Πώς μπορούν?… Ανήμερα τού Βαλεντίνου μού έφερε τριαντάφυλλα. Κόκκινα. Ξέρει πως αγαπάω το κόκκινο. Τρία κόκκινα τριαντάφυλλα. “Δύο…” είπε. “…Ένα για σένα και ένα για μένα. Για ό,τι ζήσαμε δικό μας”. Τα έβαλα κι΄ αυτά στο βάζο. Στο ωραιότερο βάζο μου. Δίπλα στα άλλα. Αυτά είναι τα πιο ωραία. Προηγουμένως περιτύλιξα τα κοτσάνια τους με σύρμα. Ήθελα να παραμείνουν όρθια. Να μη καμπουριάζουν. Δε μού αρέσουν τα λουλούδια όταν καμπουριάζουν. Σε αυτά δεν έκοψα τα κοτσάνια. Να μη καταντήσουν μπασμένα όπως τ΄ άλλα. Μόνο το νερό τους άλλαζα. Σα μαράθηκαν παρέμειναν ίδια. Έτσι όπως μού τα ’φερε. Λυγερόκορμα. Βέβαια δίπλα στα φρέσκα φαίνονται παραπονεμένα. Τα βλέπω και πονάει η καρδιά μου. Μα τί άλλο να έκανα? Ήρθανε και φίλοι τού Βαλεντίνου. Και αυτοί λουλούδια μού έφεραν. Τού Βαλεντίνου το σπίτι τίγκαρε με λουλούδια. Με κομμένα λουλούδια. Για μέρες είχα δουλειά με φούντες… “Τελικά δε μού είπες αν σού αρέσουν τα τριαντάφυλλα που σού έφερα… Σού αρέσουν?” με ρώτησε σαν έφυγαν οι φίλοι. “Είναι πολύ ωραία…” λέω. “…Και τα δύο είναι πολύ ωραία!” “Και το τρίτο?” κάνει. “Ναι, δεν μού είπες κάτι για το τρίτο και ήθελα να σε ρωτήσω…” τής λέω. “…Είναι για κάποιον άλλο?” “Χαζούλη!…” μού λέει και μ΄ αγκαλιάζει. “…Για εμάς τους δύο είναι κι΄ αυτό. Ολοδικό μας! Αυτό είναι για ό,τι έχουμε χάσει…”
23/2 Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Κοίταζα ώρα εκείνη τη φωτογραφία. “Πώς μπορώ να σάς
εξυπηρετήσω?…” με ρώτησε. “Απλώς κοιτάζω” είπα. Τα φώτα χαμήλωσαν. “…Ξέρετε
κλείνουμε.” Βλέπω το ρολόι μου. “Α πήγε εννιά! Ξεχάστηκα.” Λέω καληνύχτα και βγαίνω… Ήτανε μια οικογενειακή φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Ο παππούς στο κέντρο τού κάδρου.
Κρατούσε το εγγόνι στην αγκαλιά του. Με το αριστερό. Το δεξί ακουμπισμένο στο
τραπέζι. Σα να ήθελε να το φιλήσει. Το εγγόνι ξυπόλητο. Τα μαλλιά όλο μπούκλες.
Σα να τραβιότανε πίσω. Σα να ήθελε να αποφύγει το φιλί τού παππού. Μάλλον ήταν έτοιμο να κλάψει. Στα αριστερά η
γιαγιά κοίταζε τον παππού. Δίπλα στη γιαγιά μια νέα κοπέλα. Είχε κλειστά μάτια.
Μάλλον εξαιτίας τού φλας. Κρατούσε μία κούκλα. Πίσω από τη κοπέλα ένα καναρίνι.
Στο κλουβί. Η μαμά άφαντη. Στα δεξιά τού παππού ο μπαμπάς. Κοίταζε κατάματα το
φακό και χαμογελούσε. Δίπλα του ένας ψηλός και λιπόσαρκος νέος. Είχε
ξεκαρδιστεί στα γέλια. Πίσω από τον νέο μόλις που διακρίνονταν κάτι σα μπουφές.
Ήταν ένα κηροπήγιο πάνω. Μαρμάρινο. Το κερί απολειφάδι. Το τραπέζι καλυμμένο με
λευκό τραπεζομάντηλο. Έμοιαζε με σεντόνι. Πάνω στο τραπέζι ένα κρασοπότηρο. Μισογεμάτο.
Θα ήτανε τού παππού. Τίποτ΄ άλλο πάνω στο τραπέζι. Ψέματα, μια μύγα! Ναι, μια
μεγάλη μαύρη μύγα. Φαίνονταν πεντακάθαρα. Το μαύρο σε αντίθεση με το λευκό τού
τραπεζομάντηλου. Στο τοίχο άλλη μία. Κορνιζωμένη αυτή. Ο παππούς και η γιαγιά
στα νιάτα τους. Στο τζάμι της καθρεφτίζονταν αμυδρά μία γυναικεία μορφή. Μάλλον
τής μαμάς. Η μαμά είχε τραβήξει τη φωτογραφία… Κάνω αναστροφή και γυρίζω τρέχοντας
πίσω. Τα φώτα σβηστά. Ήταν εκεί. Κατέβαζε ρολά. “Κλείσατε?” τη ρωτάω. “Μετάνιωσες?”
με ρωτάει. “Όχι…” λέω “…Ήθελα να σε
ρωτήσω για τη φωτογραφία μα δεν πειράζει. Κάποια άλλη φορά…”
15/2 ΒΡΕΣ ΜΟΥ ΕΝΑΝ ΚΑΛΟ ΛΟΓΟ ΓΙΑ Ν΄
ΑΓΑΠΑΩ
Ποιον ενδιαφέρουν οι ιστορίες σου?… μού
έλεγε σε κάθε ευκαιρία όταν το φρόντιζα. Δε με θέλεις -το ξέρω- δεν σ΄ αρέσω… καπάκι
παραπονιότανε. Είχα μπερδευτεί. Τί ήθελε από μένα? Είναι αλήθεια τρεις σελίδες όλες κι΄ όλες για
πάρτη του κι΄ αυτές με το ζόρι, κατάφερα πέρυσι. Όλο έλεγα “από αύριο… αύριο θα
ξεκινήσω…” Και το αύριο γίνονταν μεθαύριο και το μεθαύριο “από Δευτέρα…” Όπως στις δίαιτες. Γιατί ναι, σε δίαιτα
βρισκόμουνα στερημένος από την αγάπη του. Είχα μπει σε αυστηρό πρόγραμμα. Επιτρεπτά
μόνο βλέμματα κι΄ αυτά υπό όρους, πάντα με μέτρο. Η αγκαλιά το ίδιο. Όσο για τα
φιλιά, συχνά αιτία πολέμου. Στέρεψες? με ρωτούσε. Όχι… έλεγα. Ένα ξερό “όχι”,
περισσότερο για να μην ανοίξουμε κουβέντα παρά γιατί το εννοούσα. Κι΄ όταν με ζόριζε “Δεν ξέρω από πού ν΄
αρχίσω…” έλεγα “…Ψάχνω μια καινούργια αρχή, να πιαστώ από κάπου”, άλλες φορές απηύδηζα
“…Αν σε κούρασα βρες κάποιον άλλο καλύτερο από μένα να σε φροντίζει…” Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά γύρισε ο χρόνος και η
δίαιτα καλά κρατούσε. Κι ας έδειχνε να συνηθίζει ο ένας τον άλλο με τα καμώματά
του. Φαίνεται πως το παράπονο δεν καταλαβαίνει από συνήθεια. Δε λογαριάζει ούτε
μασάει τα λόγια του. Ελαφρυντικά στα ψέματα δε δίνει. Σήμερα το χοντρύναμε. “Βρες
μου έναν καλό λόγο για ν΄ αγαπάω” τού
είπα. Σα να το διαπέρασε σύγκορμο ηλεκτρικό ρεύμα. “Τέτοιος λόγος δεν υπάρχει!
Όταν ξέρεις ν’ αγαπάς τέτοιος λόγος δεν
υπάρχει…” έκανε. Και συνέχισε “…Σταμάτα σε παρακαλώ να ψάχνεις ό,τι δεν
υπάρχει! Εγώ δε θέλω κάποιον άλλο, εσένα μόνο θέλω!” Το αγκαλιάζω. Νιώθω τη ζεστασιά τού κορμιού
του. Να πάει στα κομμάτια η γαμημένη δίαιτα, σκέφτομαι, “Κι΄ εγώ εσένα θέλω.
Μόνο εσένα!…”
12/2 ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΗΤΑΝ ΣΟΥΠΕΡ!
Μπορεί ένα αυτοκίνητο να είναι σαν άνθρωπος? Η
απώλειά του θλίψη? Και η ανάμνησή του γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας? Σκέφτομαι την
αποφράδα μέρα που το έδωσα περιχαρής και μελαγχολώ. Καλά, τίποτα δεν είχα
πάρει τότε χαμπάρι? Θυμάμαι καθίσαμε στο
καναπέ στο βάθος. Απόμερα. Σα να κάναμε κάτι κρυφό, να θέλαμε να αποφύγουμε τα
αδιάκριτα βλέμματα. Πόσο? με ρώτησε στη ψύχρα. Είπα ένα νούμερο στη τύχη. Πάντα
πριν απαντήσω λέω πρώτα κάτι στη τύχη. Ύστερα το σκέφτομαι και αν τύχει να
είναι ίδιο καλό με το πρώτο, το υιοθετώ. Αν όχι, μούγγα. Πάντως θυμάμαι πως το
νούμερο που είπα ήταν άσχετο από αυτό που με είχανε όλοι δασκαλέψει. Γνώστες,
φίλοι, συγγενείς… Δεν έκανε σκόντο. Μού αρέσεις! είπε. Το αυτοκίνητο εννοείς,
έκανα εγώ. Δεν απάντησε. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε τα λεφτά. Ένα, δύο,
τρία… άρχισε να μετράει. Δε λέει να τα μετράς αφού τα βρήκαμε… δώστα μου, σού
έχω εμπιστοσύνη, τής λέω. Δείχνει να παραξενεύεται. Με ήξερες κι΄ από πριν? με
ρωτάει. Χουφτώνω τα λεφτά από τα χέρια της και σηκώνομαι. Έλα, πάμε μια βόλτα
να στο δείξω. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Στη θέση τού οδηγού εγώ. Τού συνοδηγού
εκείνη. Ανοίγω την ηλιοροφή και σανιδώνω
το γκάζι. Εκατόν εξήντα αφηνιασμένα άλογα ξεχύνονται στην άσφαλτο. Ο
αέρας μαστιγώνει το πρόσωπο. Τα μαλλιά της ανεμίζουνε τρελά. Ωραία είναι!
κάνει. Το αυτοκίνητο… λέω εγώ …το αυτοκίνητο είναι σούπερ! Δεν απάντησε. Ούτε
είπαμε κάτι άλλο. Σάς τα λέω αυτά και είναι σα να κάθομαι τώρα στο τιμόνι. Ατρόμητος
καβαλάρης. Με τη φούρια των νιάτων. Πηγαίνω με χίλια. Στη πρώτη στροφή ντεραπάρω
και χάνω τον έλεγχο. Νομίζω θα σκοτωθώ. Τραμπαλίζομαι και πέφτω στην αγκαλιά της -τύφλα να ΄χει ο καλύτερος αερόσακος! Ξαναβρίσκω τον έλεγχο σα να μη τρέχει
τίποτα. Μ΄ εκείνο το αυτοκίνητο και να ήθελες να σκοτωθείς δεν μπορούσες…
31/1 ELEGIA TEMPORIS IRREPARABILE
Ζωγράφισα ένα υπέροχο θηρίο. Με δύο κεφάλια κι΄ άλλα τόσα πόδια. Χωρίς αυτιά και μύτη. Ούτε χέρια. Οι τρίχες του μπόλικες, κατσαρές. Το όνομά του υποσχέθηκα να το κρατήσω κρυφό. Μια ζωή φίλοι κολλητοί. Αν και θηρίο μοχθηρό ήτανε καλό μωρέ. Συνέχεια κοιμόταν. Όταν όμως ξυπνούσε χλαπ! σε έκανε μια χαψιά. Ασυγκράτητο, αδηφάγο, σκληρό. Και σα ντερλίκωνε κουλουριάζονταν και έπεφτε σε λήθαργο. Μη με κοροϊδεύετε. Δεν είναι αστείο. Θρήνος είναι. Ο θρήνος τής απώλειας. Γιατί το θηρίο μου έφυγε ανεπιστρεπτί. Το αγαπούσα. Παρέα του πέρασα τις ωραιότερες στιγμές μου. Τί έμεινε από δαύτο? Μία νοσταλγική ανάμνηση? Ούτε κατά διάνοια. Η αντανάκλαση από το καθρέφτισμά του στο σήμερα, αυτό έμεινε. Ανταύγειες ευτυχίας τού παρελθόντος. Είναι φορές που το σκέφτομαι και θαμπώνουν τα μάτια μου. Ξέρω, δε με καταλαβαίνετε. Γιατί δε βάζεις τα γυαλιά σου ή κάνα κολλύριο για να μη μάς ζαλίζεις και να τελειώνουμε με δαύτο? Είμαι σίγουρος πως κάτι τέτοιο λέτε. Νομίζετε πως είναι εύκολο? Όταν τέλειωσα τη ζωγραφιά βγήκα βόλτα στη παραλία. Στο κιόσκι δίπλα στο κύμα έπεσα πάνω του. Αγνάντευε τη θάλασσα. Πλάι του στο παγκάκι αφημένο ένα μπουκέτο πανσέδες. Αραχνοΰφαντο φόρεμα χάιδευε το κορμί του. Καθίσαμε ώρα αμίλητοι. Πρώτος έσπασα εγώ τη σιωπή: “Ζωγράφισα ένα υπέροχο θηρίο. Εσένα.” “Δεν είμαι το θηρίο που φαντάζεσαι… είμαι κάποιο άλλο” μού λέει. “Κάποιο άλλο είσαι -το ξέρω, άσε με να σε φαντάζομαι όπως σε θέλω εγώ…” τού λέω “…Μα πες μου, γιατί έφυγες και με βασανίζεις? Επειδή είμασταν ευτυχισμένοι? Ποια μαύρη μοίρα σε διαφεντεύει και η ευτυχία μαζί σου είναι άπιαστο όνειρο?”
3/1 ΕΝΤΙ ΚΑΙ ΑΝΤΑ
Ο Έντι είναι γυναίκα. Η Άντα λέει ουδέτερου
φύλου. Και οι δύο ήρθαν στο κόσμο μόνοι. Και οι δύο δεν γνώρισαν γονείς.
Γνωρίστηκαν στο ορφανοτροφείο και ερωτεύτηκαν. Ο Έντι έπαιρνε τα γράμματα.
Έγινε ψυχολόγος. Δουλεύει σε δομή φροντίδας κακοποιημένων γυναικών. Η Άντα
δούλευε πωλήτρια σε σουπερμάρκετ. Σταμάτησε για τα παιδιά. Για να τα μεγαλώσει
η ίδια. Όταν ξεπεταχτούν λέει θα ξαναπιάσει δουλειά. Και οι δύο αγαπάνε τα
παιδιά. Το 2025 ήταν η τυχερή τους χρονιά. Υιοθέτησαν δύο. Ένα αγόρι και ένα
κορίτσι. Το αγόρι είναι μαυράκι. Κάπου από την Αφρική. Οι γονείς του πνίγηκαν.
Το κορίτσι Ρομά. Το βρήκαν εγκαταλελειμμένο έξω από την δομή. Ο Έντι είναι ο
πατέρας. Η Άντα η μητέρα. Έτσι λένε για τούς άλλους. Οι ίδιοι θεωρούν πως
καθένας τους είναι και τα δύο. Οι διαχωρισμένοι ρόλοι δεν τούς εκφράζουν. Ζούνε
στρυμωγμένοι σ' ένα δυάρι. Με νοίκι σ΄ ένα παράδρομο τής Αχαρνών. Όταν δούλευαν
και οι δύο έμεναν λίγα χρήματα στην άκρη. Τότε ονειρευόντουσαν δικό τους ένα
μεγαλύτερο διαμέρισμα. Τώρα τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. Ελπίζουν το 2026 να
είναι πιο τυχερό.
(Οι ελαιογραφίες δια χειρός Ιωάννας Λυκούδη)







